Dec 3, 2007

Το κουτάβι

Ήταν μεσημέρι του καλοκαιριού και οι πέντε φίλοι, με τις πετσέτες στον ώμο, γύριζαν απ΄τη θάλασσα σπίτι.

Ο Γιώργος έλεγε αστεία, ως συνήθως. Η Στέλλα δίπλα του χαχάνιζε. Ψηλός κι ανοικονόμητος, έσκυβε κάπου κάπου να της πει στο αυτί. Μπροστά πήγαινε ο Άκης ρητορεύοντας και πίσω του η Μάγια ν' ακούει με προσήλωση.

Στο τέλος πήγαινε ο Κώστας. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ξανθός μέσα στους μελαχρινούς, με φακίδες και δέρμα τσουρουφλισμένο σαν του αστακού. Μύτη μπλαστρωμένη με κρέμα με SPF32. Περπάτημα βαριεστημένο μονίμως. Παλιά τον περίμεναν να τους φτάσει. Τώρα δεν κάναν πια τον κόπο. «Αστονα, άμα θέλει, θα ξεκουνηθεί».

'Ηταν περίεργος ο Κώστας. Δε μίλαγε πολύ. Φόραγε συνέχεια γουόκμαν. 'Ηξερε όλες τις νέες μουσικές τάσεις. Εγραφε σιντί σε όλη την παρέα. Έτσι συντηρούσε την επαφή του με τον κόσμο τους.

Ο δικός του ο κόσμος προσπαθούσε να συγχρονίσει το βήμα του με εκείνο του Άκη. Τον κόσμο του τον λέγαν Μάγια.

Την αγαπούσε από την πρώτη γυμνασίου. Φέτος την είχε στο θρανίο απέναντι μπροστά. Την κοίταζε την ώρα που έγραφαν διαγώνισμα. Λάτρευε τις μέρες που φορούσε την κοντή, πλισέ φουστίτσα. Καμιά φορά τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν: όταν εκείνη κοίταζε πίσω, προσπαθώντας να διακρίνει τον Άκη που καθόταν με την παλιοπαρέα γαλαρία.

Μια φορά τον άφησε να της πιάσει το χέρι. Όταν επιστρέφοντας από απογευματινό καφέ περπατάγανε δίπλα στις ράγες, όπως τώρα. «Η τώρα ή ποτέ», είχε πει από μέσα του. Απέξω του δεν είπε τίποτα. Ένιωσε το χέρι της ζεστό, όχι ακριβώς ψόφιο, μια λαβή μάλλον ευγενείας. Την επόμενη μέρα στο σχολείο του είπε καλημέρα, γρήγορα-γρήγορα, και μετά έπιασε την κουβέντα με τη διπλανή της.

Περίεργος ο Κώστας. Σφύριζε κι έπαιζε κουτσό σε αόρατα τετράγωνα στο χώμα. «Θα ρθείς καμια φορά, ρε μαλάκα;». Σπίτι κλεινόταν στο δωμάτιό του. Η μάνα του του έφερνε πορτοκαλάδα για να τον βλέπει και λιγάκι. Δεν είχε λόγους ν’ ανησυχεί, κατά τ’ άλλα. Ο Κώστας ήταν άριστος μαθητής.

Ο Γιώργος κοίταζε τη Στέλλα κι εκείνη κοίταζε τον Γιώργο. Φούρναρης ο μπαμπάς του Γιώργου, με λεφτά. Καλό κορίτσι η Στέλλα, με γονείς νοικοκυραίους. Μέλλον εξασφαλισμένο. Θα ‘καναν δύο και τρία παιδιά και θα τα στέλνανε φροντιστήρια και μπαλέτο. Εξωτερικό για σπουδές. Η Στέλλα ροδοκόκκινη και στρουμπουλή πίσω απ΄το ταμείο κι ο Γιώργος να μοιράζει κάθε ψωμί με αστείο. Κάθε βράδυ, θα του έτριβε τα πόδια.

Ο Άκης κοίταζε μπροστά και η Μάγια κοίταζε τον Άκη. Ο Άκης θα έκανε οτιδήποτε. Η τίποτα απολύτως. Θα μπορούσε να γίνει μέχρι και πολιτικός. Η αλήτης, να ρητορεύει στον τοίχο. Μπορεί και να τον κάνανε τραγούδι. Δεν πλήττει η ζωή ποτέ με τύπους σαν τον Άκη.

Η Μάγια. Η Μάγια.

«Ρε, τι ειν’ αυτό, σκυλί;»

Ήταν της σκύλας του Διομήδη που έμενε πιο κάτω. Ο Διομήδης ήταν για τα σίδερα. Είχε ορμήξει με την καραμπίνα μες στο καφενείο τις προάλλες «Ποιος πούστης γκάστρωσε την κόρη μου;». Η σκύλα του ήταν βέρο γερμανικό ποιμενικό. Για να την αγοράσει, είχε δώσει του κόσμου τα λεφτά. Μέχρι στην πρωτεύουσα την πήγε για να τη διασταυρώσει. Κι όμως όλα τα κουτάβια της γέννας βγήκανε με μύτη σουβλερή. Οι συμφορές της ζωής του Διομήδη, οι αδέσποτοι που πέρναγαν τα συρματοπλέγματα και γκαστρώνανε, κόρες και σκύλες μαζί.

«Αχου, καλέ, τι γλυκούλι που είναι!»
«Τι κάνει το μαλακισμένο στις ράγες; Έρχεται το τρένο!».
«Αχ, κάποιος να το πάρει από κει!»
«Ε, σκυλάκι! Ψιτ, ψιτ!»

Ο Γιώργος κοίταξε τη Στέλλα. Η Στέλλα κοίταξε τον Γιώργο. Η Μάγια κοίταξε τον Άκη. Ο Άκης κοιτούσε το κουτάβι. Ο κύβος ερρίφθη.

Δε βιάστηκε ούτε και τότε. Βαριεστημένα, νωχελικά κατέβηκε ο Κώστας την πλαγιά. Πλησίασε το κουτάβι και το πήρε αγκαλιά. Εκείνο κουλουριάστηκε στο χέρι του σαν χνουδωτή, καφέ μπαλίτσα. «Τί είναι μωρέ, τί είναι;», του έκανε τρυφερά, με μωρουδίστικη φωνή. Τίναξε μια τρίχα που του κόλλησε στην μπλούζα.

«Μαλάκα, το τρένο, φύγε!!!»

Περίεργος ο Κώστας. Δεν κοίταξε ούτε μια φορά πάνω, να δει στα μάτια της τον τρόμο, την έγνοια της. Τέτοιες νίκες, δεν τις ήθελε.

Η ζωή του είχε γράψει να γίνει συγγραφέας. Θα γινόταν πετυχημένος, παραδόξως. Θα έκανε ταξίδια, θα τον καλούσαν σε διαλέξεις. Δε θα πήγαινε επικαλούμενος αγοραφοβία. Θα έγραφε ξορκίζοντας το φάντασμα της Μάγιας, που θα έλιωνε σιγά σιγά σαν το κερί δίπλα σε σύζυγο αναγκαίο, διαβάζοντας ρομάντζα με ήρωα έναν Άκη. Και θα λιωνε κι αυτός μέσα στην επιτυχία και στον κυνισμό του. Αυτήν δεν θα μπορούσε να τη σώσει απ΄το μέλλον της. Τον εαυτό του όμως, ναι.

Έτσι ο Κώστας ο περίεργος, ο Κώστας ο αμίλητος, έγινε κυρίαρχος του πεπρωμένου του, όταν στάθηκε πάνω στις ράγες περιμένοντας ακίνητος. Μόλις που πρόλαβε ν’ ακούσει το κλαψούρισμα του κουταβιού που πέταξε τελευταία στιγμή στην άκρη.

6 comments:

παπαρούνα said...

πώς να σου αποτυπώσω το κλάμα μου;

Fight Back said...

αυτο το μπλογκ αγγιζει την τελειοτητα

Άγνωστη said...

Tραγικό τέλος, για έναν ήρεμο και χαμηλών τόνων άνθρωπο...
"Only the good die young"
Billy Joel

(φοβερο)

Tanila said...

Είσαι γλυκιά και ρομαντική.

nick said...

όλα καλά, αλλά στο τέλος θα ήθελα να εκτροχιάζεται το τρένο και να σκοτώνονται και οι 387 επιβάτες του. Καλημέεεεεεεερα

tsiailis world said...

ωραίο το πεζογράφημα. Ταξιδεύει πίσω στη χαμένη παιδικότητα